Βρές τις λέξεις
    Ανέκδοτο
    Πώς λέγεται
    Πώς λέγεται αυτό που πετάει απο κλαδί σε κλαδί
    και πουλάει καρέκλες;
    Σπουργυφτάκι.
    Τοιχογραφία
    Lifestyle σε χάπια έχετε;
    Ντοκιμαντέρ
    ► Πατήστε για προβολή
    Κυριαρχία
    Παροιμία
    Πύρ γυνή και θάλασσα.
    Hello baby
    Αναμνηστική αποφοίτηση
    Ευ Ζήν
    Διατηρούμε το σωματικό βάρος μας
    ανάλογο του φύλου, ύψους και ηλικίας μας.
    Ζώδια
    Ταύρος
    Ατάκα μετά το σεξ :
    Καλό ήτανε. Να κοιμηθούμε τώρα;
    Διατροφή
    Πρόσθετα τροφίμων
    Ε126 – Πολύ Επικίνδυνο
    Πονσώ 6R

    Javascript απενεργοποιημένη


    Πρέπει να ενεργοποιείστε την javascript και να πατήστε Επαναφόρτωση (Reload) για να δείτε την σελίδα !

    Διόνυσος



    Δημοσίευση :
    Ανανέωση :
    Συντάκτης :


    Διόνυσος, ο Θεός του κρασιού και της αμπελουργίας, του δράματος και του παιχνιδιού. Συνδέεται επίσης με τη γονιμότητα και της βλάστηση.

    Ανδρόγυνος και φαλλικός Θεός. ​Είναι ο νεότερος Ολύμπιος Θεός αν και εμφανίζεται σχετικά απόμακρος όπως και η Άρτεμις. Είναι ο αιώνιος παιχνιδιάρης έφηβος, κατεργάρης και γεμάτος πονηριά και ενίοτε απεικονίζεται να κάθεται δεξιά του πατρός του στον Όλυμπο γιατί ήταν η συνέχεια του κομματιασμένου Ζαγρέα τον οποίο ο Δίας προόριζε να τον κάνει διάδοχό του.

    Πληροφορίες από την Γραμμική Β΄ μας δείχνουν πως ο Διόνυσος ως αρχαία Θεότητα ήταν ήδη γνωστός τον 17ο-13ο αιώνα π.Χ.

    Γιος του Δία και της Σεμέλης κόρης του Κάδμου, βασιλιά της Βοιωτίας και της Αρμονίας. Η Σεμέλη μένει έγγυος απο την καρδιά του κομματιασμένου Ζαγρέα και κυοφορεί τον Διόνυσο.

    Σύμφωνα με τους Ορφικούς, ο Δίας έσμιξε με τη Δήμητρα και απέκτησε την Περσεφόνη, κόρη με δυο πρόσωπα, κέρατα και τέσσερα μάτια. Κατόπιν, έσμιξε και με αυτή μεταμορφωμένος σε φίδι και απέκτησε ένα βρέφος με κέρατα, τον Ζαγρέα. Ο Δίας τον προόριζε για διάδοχο του και του έδωσε το σκήπτρο, τον κεραυνό και τη βροχή. Φύλακες του βρέφους όρισε τους Κουρήτες και τον Απόλλωνα, που το έκρυψαν στον Παρνασσό.

    Η Ήρα έμαθε που ήταν κρυμμένος ο Ζαγρέας και έστειλε τους Τιτάνες να τον εξοντώσουν. Ο Ζαγρέας για να ξεφύγει άρχισε να αλλάζει μορφές. Έγινε βρέφος, νεαρός έφηβος, Κρόνος, φίδι με κέρατα, Δίας, άλογο, τίγρις και ταύρος. Όταν μεταμορφώθηκε σε ταύρο, τον έπιασαν οι Τιτάνες, τον κομμάτιασαν και έφαγαν ένα μέρος του. Ο Απόλλωνας ύστερα μάζεψε τα κομμάτια και τα έκρυψε στους Δελφούς.

    Η καρδιά του είχε μείνει ανέπαφη, τη μάζεψε ο Δίας και την πρόσφερε στη Σεμέλη, διαλυμένη σε ποτό. Εκείνη έμεινε έγκυος και η Ήρα την συμβούλεψε να ζητήσει από το Δία να εμφανιστεί μπροστά της με όλη του τη Θεϊκή λαμπρότητα. Όταν αυτό συνέβη, από τις φλόγες που έζωσαν το παλάτι του πατέρα της, η Σεμέλη κάηκε αλλα χάρη στην παρέμβαση της Γης, που άφησε τον κισσό να τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου, διασώθηκε το Θείο έμβρυο του Διονύσου το οποίο ο Δίας έραψε στο μηρό του και το κυοφόρησε.

    Όταν γεννήθηκε ο Διόνυσος από τον μηρό του πατέρα του, στην Θήβα όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια, τον παρέδωσε σε δώδεκα νύμφες ή υδάτινα πνεύματα, τις Υάδες, οι οποίες γίνονται τροφοί του θεϊκού παιδιού οι οποίες ζούσαν σε μια λίμνη ή έλος της περιοχής.

    Αργότερα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την υπηρεσία τους, οι Υάδες εξυψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα όπου λάμπουν ως αστερισμός των Υάδων και ο Ζαγρέας έγινε μία απο τις μυστηριακές μορφές του Διονύσου.

    Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου και της μητέρας του, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία Πυριγενής και Κισσός και εξαιτίας του γεγονότος ότι συνέχισε την κύησή του στον μηρό του πατέρα του Μηρορραφής, Διμήτωρ και Δισσότοκος.
    Επίσης ονομαζόταν και Λιμναίος λόγο της λίμνης ή του έλους, μέρος στο οποίο ανατράφηκε αλλα και Διθύραμβος και Διγενής, γεννημένος πρώτα από τη φωτιά και κατόπιν από το νερό.

    Όταν μεγάλωσε, ανατράφηκε από την Ινώ, την αδελφή της Σεμέλης και τον Αθάμαντα, βασιλιά του Ορχομενού της Θήβας (πρώτη γυναίκα του Αθάμαντα ήταν η Νεφέλη, με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, το Φρίξο και την Έλλη. Αργότερα παντρεύτηκε την Ινώ, από την οποία απέκτησε δυο γιους, το Λέαρχο και το Μελικέρτη).
    Η Ήρα, που μισούσε το Διόνυσο ως εξώγαμο τέκνο του Δία, τους τρέλανε. Χάνοντας τα λογικά του, ο Αθάμαντας σκότωσε το γιο του Λέαρχο, ενώ η Ινώ έριξε σε καυτό καζάνι τον άλλο γιο τους, τον Μελικέρτη και έπεσε μαζί του στη θάλασσα. Ο Δίας αργότερα τους θεοποίησε με τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμων.

    Ο πατέρας του του δίδαξε τον τρόπο καλλιέργειας του σταφυλιού και την παρασκευή του κρασιού. Ο Διόνυσος δε θέλησε να κρατήσει για τον εαυτό του αυτό το χάρισμα και άρχισε να πηγαίνει από πόλη σε πόλη και να το διδάσκει στους ανθρώπους. Ο Θεός περιπλανάται σε όλο τον κόσμο αλλα κυρίως σε Ελλάδα, Αίγυπτο και Συρία, τρελός από το μίσος της Ήρας.

    Ακόλουθοι του Διονύσου στα ταξίδια του ήταν οι Μαινάδες. Θεραπεύεται από τη Ρέα στη Φρυγία και είναι εκείνη που του διδάσκει την τελετουργική λατρεία και ορίζει το ένδυμα του Θεού και των Μαινάδων ακολουθών του.
    Η ακολουθία του Θεού στα ταξίδια του συμπληρώνεται με τους Σάτυρους και τους Σειληνούς

    « Οι Σάτυροι »



    Οι Σάτυροι ήταν δαίμονες της Ελληνικής μυθολογίας, πνεύματα των δασών και βουνών. Ήταν τριχωτοί με μυτερά αυτιά, διχαλωτά πόδια και ουρά τράγου. Αγαπημένη ασχολία τους ήταν το παίξιμο του αυλού, ο τρύγος, η μέθη και το κυνήγι των κοριτσιών.

    « Οι Σειληνοί »



    Οι Σειληνοί θεωρείται πως είναι απο την Φρυγία της τότε Ελληνικής Μικράς Ασίας και ήταν τα αρσενικά δαιμόνια των πηγών και των ποταμών. Είχαν ανθρώπινο κορμί με ουρά και αυτιά αλόγου. Χαρακτηριστικό τους ήταν ο μεγάλος φαλλός τους. Οι Σειληνοί συνήθως διασκέδαζαν, παίζοντας μουσική και χορεύοντας με τις Μαινάδες.

    « Οι Μαινάδες »



    Οι Μαινάδες ήταν νύμφες με κύριο χαρακτηριστικό τους την εκστατική μανία, δηλαδή την υπερκινητική και βίαιη συμπεριφορά πέρα από τη λογική. Γύριζαν στα βουνά και μπορούσαν να συναναστρέφονται με τα άγρια ζώα.

    Θεός εκπολιτιστής ο Διόνυσος συνέχισε την περιπλάνησή του, διδάσκοντας ανά τον κόσμο τις ιδιαίτερες τελετές του και την καλλιέργεια της αμπέλου.
    Αλλού έγινε δεκτός ως Θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης άνθρωπος, γεγονός που προκάλεσε σύμφωνα με τον μύθο και ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους του, ευνοώντας τους φίλους και τιμωρώντας τους εχθρούς, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας, των τριών θυγατέρων του βασιλέα Μινύα στον Ορχομενό ή τις κόρες του αττικού δήμου των Ελευθερών.

    Όταν πέθανε ο Εριχθόνιος και θάφτηκε στον τέμενος της Αθηνάς στο οποίο ανατράφηκε, έγινε βασιλιάς ο Πανδίωνας και στα χρόνια της βασιλείας του ήρθαν στην Αττική η Δήμητρα και ο Διόνυσος αλλα την Δήμητρα την υποδέχτηκε στην Ελευσίνα ο Κελεός και τον Διόνυσο ο Ικάριος, που παρέλαβε απο αυτόν ένα κλήμα αμπελιού και έμαθε την οινοποιία. Θέλοντας λοιπόν να χαρίσει στους ανθρώπους τα δώρα του θεού φτάνει σε μερικούς βοσκούς οι οποίοι δοκίμασαν το ποτό χωρίς να το αραιώσουν με νερό και τους άρεσε τόσο πολύ που το ήπιανε μονορούφι και έτσι όπως ήταν μεθυσμένοι νομίζανε ότι τους φαρμάκωσε και σκότωσαν τον Ικάριο αλλα την άλλη μέρα όταν κατάλαβαν τι έγινε, τον έθαψαν. Όταν η κόρη του Ηριγόνη μετέπειτα αναζητούσε τον πατέρα της μαζί με ένα σκυλί τους, την Μαίρα, που ακολουθούσε πάντα τον Ικάριο, η οποία βρήκε τον νεκρό, εκείνη αφού έκλαψε τον πατέρα της, κρεμάστηκε.

    Γυναίκα του Διόνυσου ήταν η Αριάδνη. Η Αριάδνη ήταν κόρη του βασιλιά Μίνωα και της Πασιφάης. Βοήθησε το Θησέα να σκοτώσει το Μινώταυρο και να βγει ζωντανός από το λαβύρινθο. Ο Θησέας την πήρε μαζί του, κατά την επιστροφή του στην Αθήνα. Σταμάτησε όμως με τους συντρόφους του στη Νάξο για να ξεκουραστούν από το πολύωρο ταξίδι. Εκεί αποκοιμήθηκε και είδε στο όνειρό του τον Θεό Διόνυσο, να τον προστάζει να αφήσει την Αριάδνη στην Νάξο και να γυρίσει αμέσως στην Αθήνα. Ο Θησέας εκτέλεσε την προσταγή του Θεού. Έτσι η Αριάδνη έμεινε στην Νάξο, όπου την βρήκε ο Διόνυσος και την έκανε γυναίκα του.


    Η λατρεία του Διονύσου υπήρξε μια απο τις πιο δημοφιλέστερες στην αρχαία Ελλάδα.

    Τρεις είναι οι κύριες μορφές, με τις οποίες εμφανίζεται ο Διόνυσος στη λατρεία του.
    Η πρώτη μορφή του είναι με έμβλημα τον φαλλό, το δένδρο (εξ ου και η προσωνυμία δενδρίτης) ή τον ταύρο ως Θεός της γονιμότητας και προστάτης των καλλιεργειών, κυρίως της αμπέλου.
    Η δεύτερη μορφή του είναι ο ενθουσιαστικός Διόνυσος, με εμβλήματα τον θύρσο και τη δάδα με την ακολουθία, των Μαινάδων, των Βακχών, των Θυιάδων, των Ληνών και των Βασσαριδών, όπως τις μετέφερε η μυθολογική αφήγηση.
    Η τρίτη και αρχαιότερη μορφή του είναι οντότητα του Κάτω Κόσμου και φέρει την προσωνυμία Ζαγρεύς. Είναι γιος του χθόνιου Δία και της Περσεφόνης. Σε αυτή την τρίτη μορφή οι Ορφικοί τον ενσωμάτωσαν ως κυριότερη Θεότητά τους, ερχόμενοι σε αντίθεση με τους Διονυσιαστές, τους οπαδούς του ενθουσιαστικού Διονύσου.

    Κοινό στοιχείο στις λατρευτικές πρακτικές του είναι το στοιχείο της έκστασης, ενίοτε της οργιαστικής φρενίτιδας, που απελευθερώνει από τις φροντίδες της καθημερινότητας, προσδίδοντάς του την προσωνυμία Λύσιος και σχετίζεται με τους εορτασμούς της βλάστησης, της ιερής τρέλας που προκαλεί η πόση του οίνου και της γονιμότητας.

    Πέραν του γεγονότος λοιπόν ότι το όνομά του συνδέθηκε με μία από τις αρτιότερες μορφές του Ελληνικού λόγου, το δράμα, προς τιμήν του διοργανώνονταν μεγαλοπρεπείς γιορτές, όπως τα Διονύσια, τα Λήναια και τα Ανθεστήρια. Τα Διονύσια ήταν από τις μεγαλύτερες γιορτές στην αρχαία Ελλάδα προς τιμή του Θεού Διονύσου. Διακρίνονταν στα Μικρά ή τα κατ` αγρούς Διονύσια και στα Μεγάλα Διονύσια.

    « Μικρά Διονύσια »



    Τα Μικρά Διονύσια τελούνταν το μήνα Δεκέμβριο. Σε αυτά γίνονταν συμπόσια με μουσική και χορό, δραματικοί αγώνες, δημόσιοι κώμοι, πομπές κανηφόρων και φαλληφορίες. Στις φαλληφορίες γίνονταν πομπικές μεταφορές φαλλών από δέρμα ή ξύλο με συνοδεία φαλλικών ασμάτων, μέσα από τα οποία διαμορφώθηκε με το πέρασμα των χρόνων, η Κωμωδία.

    « Λήναια »



    Τα Λήναια ήταν γιορτές του πατητηριού των σταφυλιών και τελούνταν το μήνα Γαμηλίωνα, τέλη Ιανουαρίου περίπου. Ο Διόνυσος θεωρούνταν στη γιορτή αυτή ως Θεός του καινούργιου κρασιού και γι` αυτό λατρεύονταν ως Λήναιος. Πρόσφεραν το νέο κρασί στο ναό του Θεού και ύστερα μαζεύονταν σε ένα συμπόσιο και έπιναν. Επίσης γίνονταν αγώνες κωμωδίας και τραγωδίας. Ακολουθούσε πομπή μέσα στην πόλη, τραγουδώντας ύμνους και διθυράμβους προς τιμή του. Η πομπή κατέληγε στο ιερό του Ληναίου Διονύσου, όπου θυσίαζαν ένα τράγο.

    « Ανθεστήρια »



    Τα Ανθεστήρια ήταν μεγάλη ετήσια γιορτή τελούμενη στην Αττική και σε πολλές πόλεις στα τέλη Φεβρουαρίου. Διαρκούσε τρεις μέρες, κατά τις οποίες οι Αθηναίοι δοκίμαζαν το κρασί της νέας χρονιάς μέσα σε μα ενθουσιώδη ατμόσφαιρα. Οι τρεις μέρες αποκαλούνταν αντίστοιχα Πιθοιγία, Χόες και Χύτροι.

    Κατα την Πιθοιγία, τα δοχεία κρασιού ανοίγονταν για πρώτη φορά. Ο κόσμος μαζεύονταν στο Λιμναίο, το ιερό του Διονύσου στη βορειοδυτική πλευρά της Ακρόπολης. Ένα μέρος από το κρασί προσφερόταν ως σπονδή, για να απελευθερωθεί από το ταμπού και η χρήση του να είναι ευεργετική και αβλαβής.

    Οι Χόες ήταν φυσική συνέχεια της πρώτης μέρας. Αφότου το κρασί λυτρώθηκε από το ταμπού, ήταν έτοιμο για το συμπόσιο. Καθένας έπαιρνε μια κούπα κρασί και γινόταν ένας αγώνας πόσης. Η οινοποσία γινόταν σιωπηρά. Έπειτα στεφάνωναν την κούπα με μια γιρλάντα και την πήγαιναν στην ιέρεια στο ναό του Διονύσου. Το Λιμναίο άνοιγε μόνο την ημέρα των Χοών. Εκτός από την οινοποσία τη μέρα των Χοών, γίνονταν και η ιδιαίτερη τελετή του Ιερού Γάμου. Κατά την τελετή αυτή, γινόταν είσοδος του Θεού Διονύσου στην πόλη και ο γάμος του με τη σύζυγο του άρχοντα–βασιλιά. Ο άρχοντας–βασιλιάς υποκρινόταν τον Θεό και έμπαινε στην πόλη πάνω σε τροχοφόρο άρμα με σχήμα καραβιού. Πήγαινε στο ιερό του Διονύσου για να συναντήσει τη βασίλισσα. Την βασίλισσα συνόδευαν δεκατέσσερις γυναίκες, οι Γεραρές (Γεραραί), δηλαδή οι «επίτιμες», τις οποίες είχε επιλέξει ο ίδιος ο βασιλιάς και όταν η νύφη έμπαινε στο ιερό, τελούσαν κάποιες απόρρητες ιερουργίες στους δεκατέσσερις βωμούς του Θεού μέσα σε αυτό, όπως προσφορές. Από το Λιμναίο ιερό του Διονύσου, το ζευγάρι πήγαινε στο Βουκόλειο δίπλα στο Πρυτανείο όπου τελούνταν ο Ιερός Γάμος. Στο τέλος της ημέρας και παραμονή της τρίτης, ανέβαιναν από τον Άδη οι ψυχές των νεκρών. Για να προστατευτούν, άλειφαν τις πόρτες των σπιτιών τους με πίσσα και μασούσαν ραμνό, ένα αποτρεπτικό φυτό.

    Οι Χύτροι ήταν πήλινα αγγεία με μαγειρεμένους σπόρους. Η κεντρική τελετουργία την ημέρα αυτή ήταν το βράσιμο μιας πανσπερμίας από κάθε είδους σπόρους. Αλλά από τη χύτρα κανένας δε δοκίμαζε. Η πανσπερμία ήταν αφιερωμένη ολόκληρη στις χθόνιες δυνάμεις και συγκεκριμένα στο χθόνιο Ερμή, τον Ερμή του Κάτω Κόσμου.

    « Μεγάλα Διονύσια »



    Τα Μεγάλα Διονύσια ήταν γιορτή προς τιμή του Διονύσου Ελευθερέως. Θεσμοθετήθηκαν από τον τύραννο Πεισίστρατο και τελούνταν το Μάρτιο, ένα μήνα μετά τα Ανθεστήρια. Ο Διόνυσος που γιορτάζονταν στα Μεγάλα Διονύσια δεν ήταν ο Θεός του κρασιού και της άμπελου, αλλά ο Θεός που είχε έρθει από τις Ελευθερές, έναν οικισμό στη νότια πλαγιά του Κιθαιρώνα σε ένα πέρασμα από τη Βοιωτία στην Αττική. Από το ναό του Διονύσου Ελευθερέως που βρισκόταν στις παρυφές της Ακρόπολης, το άγαλμα του Θεού μεταφερόταν με λαμπρή πομπή σε ένα μικρό ναό κοντά στην Ακαδήμεια, όπου τελούνταν αγώνες και θυσίες. Στο τέλος της ημέρας το γυρνούσαν πίσω στο ναό, όπου παρέμενε εκεί μέχρι το τέλος της γιορτής.

    Στην κορυφή του Παγγαίου όρους, στην Μακεδονία, βρισκόταν το φημισμένο ιερό του Διονύσου, το οποίο είχαν υπό τον έλεγχό τους οι Σάτρες. Στο μαντείο υπήρχε μια γυναίκα ως «προμάντιδα» (όπως η Πυθία). Επίσης είχε έμπειρους ιερείς, τους «προφήτες», προερχόμενους από το πολεμικό φύλο των μαχαιροφόρων Βησσών της Ροδόπης, οι οποίοι μετέφεραν στους πιστούς τους χρησμούς που ο Βάκχος (Διόνυσος) ενέπνεε στην προμάντιδα.Κατα τις γιορτές αυτές στην Μακεδονία και Θράκη οι συμμετέχοντες λέγονταν Μιμαλλόνες, Κλώδωνες και Βασσαρίδες, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα Θυιάδες, Ολείαι, Γεραραί κ.α.

    Θυιάδες ήταν το ιστορικό όνομα των Δελφικών Μαινάδων. Έπαιρναν μέρος σε πολλές τελετουργίες που γίνονταν στους Δελφούς. Στη γιορτή της Χαρίλας, στην έγερση του Λικνίτη, στη γιορτή της Ηρωίδας και της ανόδου της Σεμέλης. Αλλά η σπουδαιότερη λειτουργία τους στον Παρνασσό ήταν η τέλεση των Μαιναδικών οργίων. Στα όργια αυτά συμμετείχε και ένας θίασος Αττικών Θυιάδων. Τα όργια γίνονταν χειμώνα κατά το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου στο Κωρύκειο άντρο και περιλάμβαναν τελετές σπαραγμού, ωμοφαγίας, νυκτιπολία και ορειβασία υπό το φως των λαμπάδων.

    Οι Ολείαι συμμετείχαν στη γιορτή του Στεπτηρίου στους Δελφούς και, κρατώντας λαμπάδες, οδηγούσαν τον έφηβο και την ομάδα του μπροστά από την καλύβα του Πύθωνα για την κάψουν.

    Οι γυναίκες των Μαιναδικών θιάσων της Θράκης λέγονταν Βασσαρίδες. Στους θιάσους αυτούς γίνονταν σπαραγμός ανθρώπου ή ανθρώπινου ομοιώματος. Οι Γεραραί, δηλαδή οι «επίτιμες», ήταν γυναίκες Μαιναδικού θιάσου στην Αττική. Δεκατέσσερις γυναίκες, έπαιρναν μέρος στις Χόες των Ανθεστηρίων. Συνόδευαν τη βασίλισσα, τη γυναίκα του άρχοντα–βασιλιά και τελούσαν προσφορές σε ισάριθμους βωμούς του ιερού του Διονύσου.

    Στην αρχαία Ελλάδα η στενή σχέση μεταξύ δράματος και μυθολογίας συνοψιζόταν στο προσωπείο, τη μάσκα που συμβόλιζε τον ίδιο τον Διόνυσο και μια διαδικασία ταυτόχρονα μέσω της οποίας οι συμμετέχοντες αντιλαμβάνονταν μια αναλαμπή των άγριων παράδοξων που συσχετίζονταν με μύθους και θεσπίζονταν ως ιεροτελεστίες ή μυστηριακά δρώμενα. Τέτοιες μυστηριακές παραδόσεις ήταν κοινός τόπος στον αρχαίο κόσμο και μερικές είναι γνωστό ότι διήρκεσαν επί χιλιάδες έτη.
    Για τους αρχαίους Έλληνες το προσωπείο ήταν ένα σύμβολο της ενότητας στη δυαδικότητα. Εκείνος που τη φορούσε ήταν ταυτόχρονα ο ίδιος και κάποιος άλλος, ή γινόταν προσωρινά η ηχώ της μάσκας (δηλαδή η προσωποποίηση του Θεού που μιλά μέσω της μάσκας), ώς ένας από τους χαρακτήρες του δράματος. Το προσωπείο «κρατούσε ενωμένες» τις δύο ταυτότητες και φυσικά έπαιζε το ρόλο της πύλης ανάμεσα σε διαφορετικά βασίλεια ή κόσμους εμπειρίας. Τούτη η μετάβαση στην επικίνδυνη, σκιώδη σφαίρα του Κάτω Κόσμου, του χάους και του θανάτου είναι βασικό θέμα στη Διονυσιακή λατρεία.

    Ο Διόνυσος, επίσης, συνδέεται πολύ με τον εκπληρωμένο έρωτα, το επίγραμμα του Ανακρέοντα στον Θεό αρχίζει με τις λέξεις «Ώ Κύριε, που σύντροφοί σου στο παιχνίδι είναι ο ισχυρός Έρως, οι μαυρομάτες νύμφες και η Αφροδίτη.»

    « Επίθετα και προσωνυμίες του Διονύσου »



    Άγριος – που ζει στους αγρούς.
    Αιγοβόλος – στον οποίο θυσιάζονται αίγες και μια απο τις μορφές του Θεού.
    Αισυμνήτης – που κυβερνά τη μοίρα.
    Ακρατοφόρος – ο φέρων τον άκρατο οίνο.
    Ακόρητος – ακόρεστος.
    Άνθιος, Μελανθίδης, Συκίτης, Μειλίχιος – ο Θεός των φυτών.
    Βάκχιος, Βακχεύς, Βάκχος – ο Θεός σε κατάσταση «μανίας».
    Βρισαίος – που λατρεύεται στη Βρίσα της Λέσβου.
    Βρόμιος – θορυβώδης ή κατα άλλους ως Θεός γεννημένος από το δημητριακό βρόμος και το οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται απο αυτό, χωρίς να είμαστε σίγουροι ποιο ακριβώς είναι αυτό το δημητριακό (ίσως βρώμη, βύνη κ.α.).
    Βουγενής – ο ταυρόμορφος Διόνυσος.
    Δασύλλιος, Θαλλοφόρος – ο Θεός της άγριας βλάστησης.
    Δενδρίτης – ο Θεός του δέντρου της αμπέλου.
    Διθύραμβος, Διγενής – γεννημένος απο δύο στοιχεία φωτιά και μετά νερό.
    Ελευθερέως – ο Θεός που είχε έρθει από τις Ελευθερές, έναν οικισμό στη νότια πλαγιά του Κιθαιρώνα σε ένα πέρασμα από τη Βοιωτία στην Αττική.
    Ημερίδης, Πρόβλαστος και Σκυλλίτης – ο Θεός της άμπελου.
    Θέοινος – ο Θεός του κρασιού.
    Κισσός – ο κισσός έσωσε το έμβρυο του Ζαγρέα απο το οποίο γεννήθηκε ο Διόνυσος. Ήταν το σύμβολο των διονυσιακών θιάσων. Οι μαινάδες έτρωγαν κισσό ως ενσάρκωση του Διονύσου.
    Λικνίτης – της βρεφικής κούνιας ή ο βρεφικός Διόνυσος.
    Λήναιος – ως Θεός του καινούργιου κρασιού.
    Λιμναίος – απο την λίμνη ή το έλος της Θήβας στο οποίο μεγάλωσε.
    Λυαίος – που ελευθερώνει από τα βάσανα.
    Λύσιος – ο Θεός σε κατάσταση έκστασης. Έκσταση που προκαλούσε η υπερβολική κατάποση κρασιού.
    Μελάναιγις – που φέρει δέρμα μαύρης αίγας και μια απο τις μορφές του Θεού.
    Μηρορραφής, Διμήτωρ, Δισσότοκος – επειδή γεννήθηκε απο τον μηρό του πατέρα του Δία.
    Οβριμόθυμος – ορμητικός.
    Οινοδότης – που προσφέρει οίνο.
    Οίνοψ – που έχει το χρώμα του σκούρου οίνου.
    Πυριγενής – επειδή σαν έμβρυο σώθηκε απο την φωτιά που έκαψε την μητέρα σου Σεμέλη.
    Σταφυλίτης, Βότρυς – o Θεός του σταφυλιού.
    Χθόνιος – της γης και του Κάτω Κόσμου.
    Χρυσοκόμης – ξανθόμαλλος.


    « Ορφικός Ύμνος προς τον Διόνυσο »



    Κικλήσκω Διόνυσον ἐρίβρομον, εὐαστῆρα, πρωτόγονον, διφυῆ, τρίγονον, Βακχεῖον ἄνακτα, ἄγριον, ἄρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον, κισσόβρυον, ταυρωπόν, Ἀρήιον, εὔιον, ἁγνόν, ὠμάδιον, τριετῆ, βοτρυηφόρον, ἐρνεσίπεπλον. Εὐβουλεῦ, πολύβουλε, Διὸς καὶ Περσεφονείης ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς, ἄμβροτε δαῖμον· κλῦθι, μάκαρ, φωνῆς, ἡδὺς δ` ἐπίπνευσον ἀμεμφής εὐμενὲς ἦτορ ἔχων, σὺν ἐυζώνοισι τιθήναις.

    Καλώ τον βροντόφωνο Διόνυσσο, τον ερίβρομο, που εύη, τον πρωτόγονο, τον διφυή, τον τριτότοκο, τον Βάκχειο άνακτα, τον άγριο, τον άρρητο, τον κρύφιο, τον δικέρωτα, τον δίμορφο, τον σκεπασμένο με κισσό, τον ταυρόμορφο, τον πολεμικό, τον ευίον, τον αγνό, τον ωμοφάγο, τον τριετή, τον βοτρυηφόρο, τον περιβαλλόμενο με βλαστούς. Ευβουλέα, πολύβουλε, που τεκνώθηκες από τον Δία και την Περσεφόνη σε άρρητο γάμο, αθάνατε θεέ· Άκουσε, μακάριε, την φωνή μας, και πνεύσε επάνω μας ηδύς και πράος, με ευμενή καρδιά, μαζί με τις εύζωνες τροφούς σου.


    « Ναοί και ιερά του Διόνυσου »



    Ιερό Διονύσου Μαρωνείας
    Βωμός Διονύσου
    Ναός F στον Σελινούντα
    Ιερό Διονύσου στην Σαλαμίνα



    Σοφά Λόγια
    Χρυσόστομος
    Δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει η γνώμη των πολλών,
    ούτε και του πλήθους, αλλά των εναρέτων.
    Στοιχάκι
    Αγάπης
    Όσο κι αν ζούμε χωριστά,
    μωρό μου μην σε νοιάζει,
    εσένα μεσ`απ`την καρδιά μου,
    καμία δεν σε βγάζει.