Βρές τις 5 διαφορές
Παροιμία
Καλύτερα ν’ ανάψεις ένα κερί παρά να καταριέσαι το σκοτάδι.
www.άπιστη.com
Ανέκδοτο
Πώς λέγεται
Πώς λέγονται τα κατασκοπευτικά μή επανδρομένα Αμερικανικά αεροσκάφη που φωτογραφίζουν τις θέσεις των Ταλιμπάν;
Ταλιμπανιστήρια.
Σοφά Λόγια
Σωκράτης
Εν οίδα ότι ουδέν οίδα.
Ένα γνωρίζω, ότι δεν γνωρίζω τίποτα.
Στοιχάκι
Σατυρικά
Τα γυμνασμένα μπράτσα σου,
δε θέλουνε βραβεία,
μόνο λίγη ξεκούραση,
από τη μαλακία!
Διατροφή
Πρόσθετα τροφίμων
Ε635 – Επικίνδυνο
5–Ριβοζονουκλεοτία άλατα του νατρίου
Ζώδια
Σκορπιός
Ατάκα μετά το σεξ :
Έχω την αίσθηση πως πρέπει να σε «λύσω»...

Javascript απενεργοποιημένη


Πρέπει να ενεργοποιείστε την javascript και να πατήστε Επαναφόρτωση (Reload) για να δείτε την σελίδα !

Παιδικά



– Το ποδήλατο...
Ήταν μια φορά ένα παιδί, που ήθελε να κάνει εντύπωση στη μητέρα του με το ποδήλατό του. Εκεί λοιπόν που οδηγούσε το ποδήλατο του, περνάει απ` τη μαμά του και της λέει:
– Κοίτα μαμά, οδηγάω το ποδήλατό μου χωρίς πόδια.
Λίγο αργότερα, ξαναπερνάει και της λέει:
– Κοίτα, μαμά οδηγάω το ποδήλατό μου, χωρίς χέρια.
Λίγο αργότερα, ξαναπερνάει μπροστά απ` τη μαμά του κλαίγοντας:
– Κοίτα μαμά, οδηγάω το ποδήλατό μου χωρίς δόντια.



– Η τουλούμπα...
Μπαίνει ο Τοτός σε ένα ζαχαροπλαστείο και βλέπωντας την βιτρίνα με τα γλυκά ρωτάει:
– Τί είναι αυτό εκεί ;
– Αυτό είναι προφιτερόλ.
– Εκείνο εκεί;
– Αυτό είναι καταΐφι;
– Εκείνο;
– Αυτό είναι τουλούμπα.
– Αν δεν το πάρει ο λούμπας να το πάρω εγώ;



– Ο Τοτός και οι προτάσεις...
Μια μέρα στη τάξη του Τοτού η δασκάλα λέει στα παιδιά:
– Αύριο θέλω να μου γράψετε τρείς προτάσεις.
Ο Τοτός λέει στη μαμά του:
– Μαμά θα μου πεις μία πρόταση;
– Δεν μπορώ τώρα πλένω τα πιάτα.
Μετά πηγαίνει στο μπαμπά του που μιλούσε στο κινητό:
– Μπαμπά θα μου πεις μία πρόταση;
– Ποιος εκείνος ο χοντρός με την καράφλα;
Μετά πήγε στον αδερφό του που μηλούσε σε ένα κορίτσι:
– Αδερφέ θα μου πεις μια πρόταση;
– Ανέβα στη μηχανάρα μου και φύγαμε.
Την άλλη μέρα στο σχολείο.
– Τοτέ έγραψες τις 3 προτάσεις;
– Δεν μπορώ τώρα πλένω τα πιάτα.
– Τοτέ θα σε πάω στο διευθυντή.
– Ποιός εκείνος ο χοντρός με τη καράφλα;
Ο διευθυντής:
– Τοτέ τι έχεις να πεις για όλα αυτά;
– Ανέβα στη μηχάναρα μου και φύγαμε.



– Η δύσκολη ερώτηση του Τοτού...
Ήταν ο Τοτός και προχωρούσε στο δρόμο με τον πατέρα του. Κάποια στιγμή βλέπουν δύο σκυλιά να πηδιούνται, γυρνάει και ρωτάει:
– Μπαμπά τι κάνουν αυτά τα σκυλιά;
Εκείνος σαστισμένος από την δύσκολη ερώτηση του λέει:
– Να... το ένα σκυλάκι έχει χτυπήσει το πόδι του και το άλλο το έχει σηκώσει στην πλάτη του να το πάει στο νοσοκομείο.
– Καλά ρε πατέρα και γιατί το πάει γαμώντας; απαντάει ο Τοτός.



– Θρησκευτικά με τον Τοτό...
Η δασκάλα ρωτάει τον Τοτό:
– Πόσοι ήταν οι μαθητές του Χριστού;
Ο Τοτός όμως δεν ήξερε και έτσι ένας συμμαθητής του θέλοντας να τον βοηθήσει του φωνάζει:
– Όσες είναι και οι ώρες του ρολογιού.
Κοιτάζει το ρολόϊ του ο Τοτός και λέει:
– Εννέα παρά είκοσι, κυρία.



– Εξαρτάται...
Η μικρή στην θάλασσα βλέπει ένα αγοράκι γυμνό και ρωτάει.
– Τι είναι αυτό μαμά;
– Πουλάκι.
– Γιατί δεν έχω και εγώ;
– Γιατί είσαι κοριτσάκι.
– Όταν μεγαλώσω θα έχω και εγώ ένα τέτοιο;
– Αν είσαι καλό κορίτσι, όταν μεγαλώσεις θα έχεις ένα.
– Και αν δεν είμαι καλό κορίτσι;
– Ε τότε θα έχεις πολλά!



– Το διαγώνισμα ιστορίας...
Η μαμά του Τοτού τον ρωτάει:
– Τοτό, πως έγραψες σήμερα στο διαγώνισμα ιστορίας;
– Πώς ήθελες να γράψω, αφού με ρωτούσαν πράγματα που έγιναν πριν γεννηθώ;



– Η τιμωρία του Τοτού...
Δασκάλα: Τοτό γιατί δεν έγραψες πενήντα φορές την φράση είμαι ξεχασιάρης;
Τοτός: Το ξέχασα κυρία.



– Το 69...
Ρωτάει η εγγονή τη γιαγιά της:
– Γιαγιά το 69 το κάνατε με τον παππού;
Και η γιαγιά:
– Όχι παιδι μου δεν προλάβαμε. Πέθανε το 68.



– Η κοκκινοσκουφίτσα...
Ήταν η κοκκινοσκουφίτσα και πήγαινε στην καλή γιαγιά της. Εκεί που πήγαινε βλέπει κάτι πολύ ωραία λουλούδια πάει να πάρει ένα μπουκέτο για να πάει στη γιαγιά της. Πίσω από ένα δέντρο βλέπει τον κακό λύκο καθισμένο και λέει:
– Γειά σου λύκε, και απαντάει ο λύκος:
– Γειά σου και σηκώνεται και φεύγει.
Ενώ η κοκκινοσκουφίτσα συνέχιζε να κόβει λουλούδια πίσω από ένα άλλο δέντρο βλέπει πάλι τον κακό λύκο και λέει:
– Λύκε γιατί έχεις μεγάλα αυτιά; και λέει ο λύκος νευριασμένος:
– Γιά να ακούω καλύτερα και σηκώνεται και φεύγει.
Η κοκκινοσκουφίτσα συνεχίζει να κόβει λουλούδια και βλέπει πάλι τον κακό λύκο καθισμένο πίσω πάνω σε ένα δέντρο και πριν προλάβει να μιλήσει η κοκκινοσκουφίτσα λέει ο κακός λύκος:
– Θα με αφήσεις να χέσω ήσυχος;



– Η συμβουλή του Τοτού...
Λέει η μητέρα του Τοτού στον άντρα της:
– Άντρα μου, θέλω να κάνουμε σεξ.
– Μα γυναίκα ο Τοτός είναι μεγάλος και θα μας καταλάβει.
– Ναί, μα εγώ θέλω.
– Εντάξει. Άκου τι θα κάνουμε. Κάθε φορά που θα θέλεις να το κάνουμε όταν θα πλένεις τα πιάτα, θα σπάς ένα κι εγώ θα έρχομαι δήθεν να το καθαρίσω.
Αυτό, γινόταν για πολλές εβδομάδες και ο Τοτός είχε υποψιαστεί τι συνέβαινε. Μια μέρα, ενώ ο Τοτός καθόταν με την παρέα του, ακούγεται ο κρότος από ένα πιάτο που σπάει.
– Άντρα μου, έλα να καθαρίσεις το πιάτο. Φωνάζει η μαμά του.
– Έρχομαι γυναίκα.
Ο Τοτός, πήγε να δει τι έγινε. Βλέπει λοιπόν από την κλειδαρότρυπα, την μητέρα του και τον πατέρα του να πηδιούνται. Ο Τοτός, γυρίζοντας πίσω στην παρέα του, λέει:
– Παιδιά προσέξτε μη σπάσετε κανένα πιάτο στο σπίτι μου, γιατί θα σας γαμήσει ο πατέρας μου!



– Το δώρο...
Κάπου σε μια επαρχιακή πόλη ήταν ένα δημοτικό σχολείο με μια καλή δασκάλα που την αγαπούσαν πολύ όλα τα παιδιά. Στο τέλος της κάθε χρονιάς, υπήρχε η παράδοση κάθε παιδάκι να φέρνει κι από ένα δώρο στη δασκάλα, για να την ευχαριστήσει. Ετσι την τελευταία μέρα πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές είχαν έλθει όλα τα παιδάκια με ένα πακέτο στα χέρια τυλιγμένο.
Πρώτος, έδωσε το δώρο του ο Γιωργάκης που ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο κουτί.
– Γλυκά μου έφερες Γιωργάκη μου; του είπε η δασκάλα που ήξερε ότι ο πατέρας του είχε ζαχαροπλαστείο.
– Πράγματι είναι μια τούρτα. Είστε πολύ έξυπνη κυρία, απάντησε έκπληκτος ο μικρός.
Το επόμενο δώρο, το έφερε η κόρη του ανθοπώλη και ήτανε ένα μακρόστενο ελαφρύ κουτί.
– Λουλούδια είναι Μαρία; Σε ευχαριστώ νά`σαι καλά!, ξαναμάντεψε σωστά η δασκάλα.
Στη συνέχεια ο μικρός Πετράκης που ο πατέρας του είχε κάβα, της έδωσε ένα μεγαλούτσικο δέμα με κάπως αρτσούμπαλο σχήμα.
– Σαμπάνια δεν είναι; ξαναμάντεψε η δασκάλα που διασκέδαζε ιδιαίτερα με αυτό το παιχνίδι.
Το παιδάκι όμως κούνησε αρνητικά το κεφάλι του κάνοντας ένα παιχνιδιάρικο «τσού».
Η δασκάλα πρόσεξε ότι το κάτω μέρος του πακέτου έσταζε. Πήρε λοιπόν μια–δυό σταγόνες με το δάκτυλό της και αφού τις δοκίμασε προσεκτικά, είπε:
– To βρήκα! Είναι κρασί, είπε η δασκάλα.
Οταν όμως ο Πετράκης της είπε ότι πάλι κάνει λάθος, παραιτήθηκε από την προσπάθεια λέγοντας:
– Ε! δεν ξέρω, ας το πάρει το ποτάμι. Τί είναι;
Και ο μικρός Πετράκης της απάντησε ναζιάρικα: Είναι ένα σκυλάκι κυρία.



– Ο Μπόμπος και τα σκουπίδια...
Μια μέρα ο Μπόμπος βγήκε στη αυλή του σπιτιού του να παίξει, τη στιγμή εκείνη ο σκουπηδιάρης περνούσε απ` το σπίτι του και τον ρωτάει:
– Μπόμπο, έχετε σκουπίδια;
– Ένα λεπτό να ρωτήσω τη μαμά μου απάντησε ενώ πήγαινε προς το σπίτι.
– Μαμά, έχουμε σκουπίδια; ρώτησε.
– Ναι, Μπόμπο μου.
Και τότε ο Μπόμπος προς το σκουπιδιάρη:
– Ναι, έχουμε δεν θέλουμε.



– Ο Τοτός και η Ελενίτσα...
Βρίσκει ο Τοτός την Ελενίτσα και της λέει:
– Το βράδυ έλα στο σπίτι, δε θα είναι κανείς!
Πάει και η Ελενίτσα το βράδυ στο σπίτι και δεν ήταν κανείς!



– Μάλλον...
Η δασκάλα του Τοτού ρωτάει τους μαθητές της:
– Θέλω να μου φτιάξετε μια πρόταση που να έχει μέσα την λέξη μάλλον.
Σηκώνει το χέρι η Ελενίτσα.
– Πές μας Ελενίτσα, λέει η δασκάλα.
– Χθές πήγαμε με τους γονείς μου σε μια ταβέρνα, μάλλον πεινούσαμε.
– Μπράβο Ελενίτσα, λέει η δασκάλα.
Σηκώνει το χέρι ο Κωστάκης.
– Πές μας Κωστάκη, λέει η δασκάλα.
– Προχθές πήγα με την οικογένεια μου στη παραλία, μάλλον έκανε ζέστη.
– Μπράβο Κωστάκη, λέει η δασκάλα.
Απ` το τελευταίο θρανίο ο Τοτός σηκώνει το χέρι:
– Κυρία, κυρία να πω και εγώ;
– Πές Τοτέ, λέει η δασκάλα.
– Πρίν μία βδομάδα πήγαμε με τους γονείς μου στο χωριό. Ξαφνικά βλέπω τη γιαγιά μου να βουτάει τους «Ταϊμς» του λονδίνου και να ανηφορίζει το βουνό. Μάλλον πήγαινε για χέσιμο... γιατί η γιαγιά μου δεν ξέρει αγγλικά.



– Η δικαιολογία...
Ο μικρός Κωστάκης πάει μετά από καιρό στο σχολείο και για να δικαιολογήσει την απουσία του, λέει ότι πέθανε ο παππούς του.
– Μα πώς είναι δυνατόν; Εγώ πέρασα χθές από το σπίτι σου και είδα τον παππού σου να κάθεται στο μπαλκόνι, λέει ο καθηγητής.
– Ναί, τον έχουμε βαλσαμώσει για να περνάει ο ταχυδρόμος και να του αφήνει την σύνταξη, απαντά ο Κωστάκης.



– Ο έλεγχος...
Ήταν ο Μιχαλάκης και γυρνούσε στο σπίτι με πεντάρια. Πώς να το πεί στη μάνα του τώρα; Πάει λοιπόν και λέει:
– Μαμά σήμερα πήρα δέκα!
Kοιτάζει η μάνα του τον έλεγχο και του αναρωτιέται:
– Mα εδώ βλέπω πως πήρες πέντε στα προφορικά και πέντε στα γραπτά.
Και απαντάει με ύφος ο Μιχαλάκης:
Ακόμη και η μπέμπα μας το ξέρει βρε μαμά, πέντε και πέντε κάνει δέκα. Αμάν!



– Το φιδάκι...
Ένα φιδάκι ρωτάει την μάνα του:
– Μαμά είμαστε δηλητηριώδη;
– Γιατί ρωτάς παιδί μου;
– Δάγκωσα τη γλώσσα μου.



– Ο Τοτός και το τζάμι...
Ο Τοτός γυρίζει από το σχολείο στο σπίτι του κλαίγοντας.
– Τι έχεις; Γιατί κλαις; τον ρωτά η μητέρα του.
– Με χτύπησε ο δάσκαλος.
– Και γιατί σε χτύπησε;
– Νά, γιατί απάντησα σε μια ερώτηση που κανείς άλλος δεν μπορούσε ν` απαντήσει.
– Τι; Και αντί να σου βάλει άριστα σε χτύπησε; Και ποια ήταν αυτή η ερώτηση;
– Ποιος έσπασε το τζάμι του σχολείου.



– Οι μύγες...
Μπαίνοντας στην κουζίνα η μαμά βλέπει τον Τοτό με μια μυγοσκοτώστρα στο χέρι και του λέει:
– Μύγες κυνηγάς;
– Ναι.
– Σκότωσες καμία;
– Αμέ, δύο αρσενικές και δύο θηλυκές.
– Και πως τις ξεχωρίζεις;
– Οι αρσενικές ήταν πάνω στο μπουκάλι της μπύρας και οι θηλυκές στο τηλέφωνο.



– Η Μπουμπού μαθαίνει...
Η Μπουμπού μαθαίνει στο σχολείο τη λέξη μουνί και ρωτάει την μαμά της τί είναι και η μαμά της είπε, ο καναπές. Την άλλη μέρα μαθαίνει το τσιμπούκι και την πούτσα, ρωτάει την μαμά της και η μαμά της είπε ότι τσιμπούκι σημαίνει σοκολατάκι και πούτσα είναι το πουκάμισο. Όταν ήρθαν οι θείοι της στο σπίτι τους λέει:
– Καθίστε στο μουνί και φάτε τσιμπούκια, και οι θείοι,
– Τι είναι αυτά που λες; φώναξε τη μαμά σου, και απαντά η Μπουμπού:
– Δεν μπορεί, σιδερώνει την πούτσα του μπαμπά.



– Το άσχημο παιδί...
Μία φορά ήταν μία κυρία με ένα πολύ άσχημο παιδί. Μία μέρα εκεί που ταξίδευε με το τρένο στο πρώτο βαγόνι, είδε πώς οι άνθρωποι που ήταν μέσα, άρχισαν να το κοροϊδεύουν.
Εκείνη αμέσως πήρε το παιδί της και πήγε στο δεύτερο βαγόνι όπου εκεί ήταν όλο τσιγγάνοι. Εκεί κανένας δεν κορόϊδευε το παιδί.
Κάποια στιγμή λέει ένας τσιγγάνος στην κυρία:
– Το κυρία θέλει μπανάνα;
– Όχι ευχαριστώ, απαντά η γυναίκα.
Τότε γυρίζει προς το παιδί και λέει:
– Το μαϊμού θέλει μπανάνα;



– Πρώτη μέρα του Τοτού στο σχολείο...
Λέει η μητέρα του Τοτού στον γιο της:
– Τοτό, πώς πήγες την πρώτη μέρα στο σχολείο;
Και ο Τοτός:
– Τι; Ποιος σου είπε για το μηχανάκι;



– Πατέρας και γιός...
Ο πατέρας στον Γιαννάκη:
– Παιδί μου, τώρα που έκλεισες τα 15, νομίζω ότι είναι καιρός πια να μιλήσουμε σοβαρά, για το σεξ...
– Ναί πατέρα. Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις; απαντά ο Γιαννάκης.



– Το Αλβανάκι...
Στο δημοτικό σχολείο ένα Αλβάνακι ντρέπεται να λέει ότι είναι Αλβανός. Στις ερωτήσεις των συμμαθητών του απαντά ότι είναι Βορειοηπειρωτάκι. Το μαθαίνουν η μάνα του και ο πατέρας του και το κατσαδιάζουν, λέγοντας του δε ντρέπεσαι να λες τέτοια πράγματα, εμείς είμαστε περήφανος λαός κλπ. Το μαυρίζουν στο ξύλο.
Την επόμενη μέρα στο σχολείο το βλέπει η δασκάλα του.
– Τι έπαθες παιδάκι μου; το ρωτά.
– Με βάρεσαν δύο Αλβανοί, απαντά εκείνο.



– Ανθρωπολογία...
Στο μάθημα της ανθρωπολογίας:
– Λοιπόν, Τοτέ, σε τι καταλήγει ο ακουστικός πόρος;
– Στο τύμπανο, κύριε...
– Και μετά το τύμπανο τι υπάρχει;
– Το μέσον, κύριε...
– Κι έπειτα;
– Ο λαβύρινθος, κύριε...
– Ωραία! Και τι υπάρχει μέσα στο λαβύρινθο;
– Ο... Μινώταυρος, κύριε.



– Εσύ το είπες γιαγιά...
Ήταν μια φορά ο Μπόμπος. Σαν περπατούσε στον δρόμο βρήκε κάτω 100 ευρώ. Ο Μπόμπος τα παίρνει και λέει στην γιαγιά του:
– Γιαγιά βρήκα 100 ευρώ στον δρόμο.
– Δεν έπρεπε να τα πιάσεις Μπόμπο μου. Δεν παίρνουμε ποτέ κάτι που είναι κάτω.
Την άλλη μέρα ο Μπόμπος βρίσκει κάτω 500 ευρώ. Τα παίρνει και λέει στην γιαγιά του:
– Γιαγιά βρήκα 500 ευρώ κάτω.
– Σου είπα Μπόμπο μου. Μην παίρνεις πράγματα από κάτω.
Την άλλη μέρα ο Μπόμπος περπατά στον δρόμο με την γιαγιά του και ξαφνικά η γιαγιά του πέφτει χάμω.
– Βοήθησέ με Μπόμπο μου. Δεν μπορώ να σηκωθώ.
– Ά! εσύ το είπες γιαγιά. Ποτέ δεν παίρνουμε πράγματα από κάτω!



– Η έξυπνη απάντηση...
Μια μέρα η δασκάλα στο σχολείο σκέφτεται ένα νέο τρόπο για να παρακινήσει τα παιδιά να συμετάσχουν στο μάθημα.
– Θα σας λέω προτάσεις και όποιος βρίσκει ποιοί τις είπαν θα πηγαίνει σπίτι για σήμερα.
Λοιπόν, ποιός είπε: Μη ρωτάτε τι μπορεί η χώρα σας να κάνει για σας ...
– Ο Κένεντι, λέει η Δημητρούλα.
– Μπράβο, λέει η κυρία, μπορείς να φύγεις.
– Ποιός είπε: Εγώ γραικός γεννήθηκα... και πριν να τελειώσει πετάγεται η Αννούλα και λέει:
– Ο Αθανάσιος Διάκος.
– Μπράβο, Αννούλα! Μπορείς κι εσύ να πας σπίτι.
Οπότε και ο Τοτός τσατισμένος: Συλογάται σωστά όποιος συλογάται ελεύθερα...
– Ποιός το είπε αυτό; ρωτάει η κυρία.
Πετάγετε λοιπόν ο Τοτός και λέει:
– Ο Ρήγας Φερραίος κυρία... τα λέμε αύριο.



– Η αγελάδα...
Το σπίτι του χωρικού επισκέπτονται διάφοροι καθημερινά, που ενδιαφέρονται για την αγορά της αγελάδας. Την παρατηρούν, την χαϊδεύουν, την αγκαλιάζουν με το ένα χέρι και με το άλλο χέρι, πιάνουν τα μαστάρια της κλπ. Ο μικρός προσέχει τις κινήσεις των ξένων και ρωτά τον πατέρα του:
– Γιατί μπαμπά όλοι αυτοί χαϊδεύουν, αγκαλιάζουν και πιάνουν τα μαστάρια της αγελάδας μας;
– Διότι παιδί μου την αγελάδα θα την πουλήσω και κατ` αυτόν τον τρόπο εκτιμούν την αξία της.
Ο τετραπέρατος μικρός κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και αρκετά στεναχωρημένος βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά της μαμάς του.
Λίγες ημέρες αργότερα, επιστρέφοντας ο μικρός από το νηπιαγωγείο, βλέπει τη μαμά αγκαλιασμένη με τον γείτονα και να της χαϊδεύει τα βυζιά. Βάζει τα κλάμματα και με το που επιστρέφει ο μπαμπάς από τη δουλειά με ύφος αυστηρό του λέει:
– Μπαμπά την αγελάδα την πούλησες, αλλά τη μαμά δεν θέλω να την πουλήσεις...



– Ο λύκος του Τοτού...
Κάποια μέρα στην τάξη λέει η δασκαλα στα παιδιά:
– Λοιπόν παιδιά αύριο θα φέρετε από ένα ζωάκι ο καθένας στην τάξη για να τα δούμε, εντάξει;
Την επόμενη μέρα όλα τα παιδιά έχουν φέρει και από ένα ζωάκι.
– Ελένη, τι ζωάκι μας έφερες; λέει η δασκάλα στην Ελενίτσα.
– Μια γατούλα, λέει εκείνη.
– Για κάνε την γατούλα να μιλήσει, την προτρέπει η δασκάλα.
Και η γάτα, «Νιάαααάου».
– Γιωργάκη, εσύ τί έφερες;
– Ένα σκύλο κυρία.
– Και πώς κάνει ο σκύλος;
Και ο σκύλος μετά από νεύμα του Γιωργάκη, «Γαβ–Γαβ».
– Τοτέ, εσύ τι ζώο έφερες;
– Τον παππού μου κυρία.
– Μα τι λες Τοτέ, και τι ζώο είναι;
– Λύκος κυρία.
– Για απόδειξέ το μας.
Ο Τοτός σκύβει στον παππού και του ψιθυρίζει στο αυτί, Παππού από πότε έχεις να πάς με την γιαγιά;
Και ο παππούς:
– Ουουουουουού



– Ο Τοτός και η προσευχή...
– Εσύ Τοτό, κάνεις την προσευχή σου πριν το φαγητό;
– ΄Οχι, δεν υπάρχει λόγος. Η μαμά μου είναι πολύ καλή μαγείρισσα!



– Ο Μπόμπος πλούσιος...
Ο δάσκαλος βάζει έκθεση στην τάξη με θέμα: Αν ήμουν πλούσιος. Όλοι αρχίζουν να γράφουν εκτός από το Μπόμπο.
– Μπόμπο, εσύ γιατί δεν γράφεις έκθεση; ρωταεί ο δάσκαλος.
– Περιμένω τη γραμματέα μου κύριε!



– Ο Τοτός και η Βίβλος...
Ήταν ο μικρός Τοτός και διάβαζε τη Βίβλο.
Ξαφνικά πέφτει ένα φύλλο από το δέντρο που ήταν από πάνω του και λέει:
– Μαμά κοίτα, το σώβρακο του Αδάμ.



– Το έξυπνο κορίτσι...
Καθώς έπαιζε ο Κωστάκης με την Ελενίτσα, της λέει ξαφνικά:
– Ελενίτσα, σηκώνεις την φουστίτσα σου να δω το βρακάκι σου;
– Τί είπες Κωστάκη;
Τί να κάνει λοιπόν ο Κωστάκης, της την σηκώνει με το ζόρι.
Πάει η Ελενίτσα στη μαμά της και της λέει:
– Μαμά, σήμερα ο Κωστάκης μου σήκωσε τη φουστίτσα μου για να δει το βρακάκι μου.
– Α, Ελενίτσα να προσέχεις!
Την άλλη μέρα γλυκάθηκε ο Κωστάκης και ξανασηκώνει την φουστίτσα της Ελενίτσας.
Πάει το μεσημέρι η Ελενίτσα στη μαμά της και της λέει:
– Μαμά, σήμερα ο Κωστάκης μου σήκωσε τη φουστίτσα μου για να δει το βρακάκι μου.
– Α, Ελενίτσα να προσέχεις!
Την άλλη μέρα ο Κωστάκης ξανασηκώνει την φουστίτσα της Ελενίτσας!
Όμως η τύχη του επιφύλασε μια έκπληξη...
Πάει το μεσημέρι η Ελενίτσα στη μαμά της και της λέει:
– Μαμά, σήμερα ο Κωστάκης μου σήκωσε τη φουστίτσα μου για να δει το βρακάκι μου, όμως μην ανησυχείς καθόλου. Αυτή τη φορά του την έσκασα! Δεν φορούσα βρακάκι...



– Το πείραμα με τον βάτραχο...
Μπαίνει ο δάσκαλος του Τοτού στην τάξη και λέει:
– Σήμερα παιδιά, θα κάνουμε ένα πείραμα.
Βγάζει ένα κουτί, που μέσα είχε ένα βάτραχο και του λέει:
– Πήδα. Πηδάει ο βάτραχος. Τότε παίρνει ένα ψαλίδι και του κόβει το ένα πόδι. Γυρίζει αμέσως μετά στον βάτραχο και του ξαναλέει:
– Πήδα. Πηδάει ο βάτραχος. Τότε, ο δάσκαλος, του κόβει και το άλλο πόδι και του ξαναλέει:– Γιατί ο βάτραχος έμεινε ακίνητος;
Σηκώνει το χέρι του ο Τοτός και απαντάει:
– Συμπεραίνουμε, πώς όταν κόψουμε και τα δύο πόδια ενός βατράχου, τότε αυτός κουφαίνεται.



– Ο Άϊ Βασίλης...
Στη τάξη, η δασκάλα ρωτάει τα παιδιά πως φαντάζονται τον Αϊ–Βασίλη:
Μπόμπος:– Με ένα κόκκινο σκούφο και μαύρες μπότες.
Τιτίκα:– Χοντρό και με γένια.
Τοτός:– Σαν ένα μεγάλο κώλο.
Δασκάλα:– Και γιατί σαν κώλο.
Τοτός:– Επειδή κάθε φορά που ρωτάω το μπαμπά μου, τι δώρο θα μου φέρει ο Αϊ Βασίλης, μου λέει σκατά!



– Το δίπλωμα...
Δύο παιδιά συζητούν σε μια καφετέρια για το δίπλωμα του αυτοκινήτου που λίγες μέρες πριν είχαν αποκτήσει.
Λέει ο πρώτος:
– Ρε Γιώργο με την πρώτη πήρες το δίπλωμα;
Και τότε αυτός, με σοβαρότητα και υπερηφάνεια, απαντά:
– Όχι, έβαλα και δευτέρα!



– Καρναβάλια...
Ο Τοτός πήγε σε ένα μασκέ πάρτυ. Εκεί που τριγυρνούσε μέσα στο πάρτυ είδε τον μικρό Τάκη. Τον ρωτάει:
– Τι έχεις ντυθεί;
Και εκείνος απαντάει:
– Γιάγκος Δράκος.
Προχωρά παρακάτω και βλέπει την μικρή Αννούλα. Χωρίς να χάσει καιρό πηγαίνει κοντά της και την ρωτάει:
– Εσύ τι έχεις ντυθεί;
Και εκείνη του απαντάει:
– Βίρνα Δράκου.
Τρέχοντας μπήκε σε ένα δωμάτιο και χωρίς να χάσει χρόνο έβγαλε τα ρούχα του και έβαλε μια λάμπα στον κώλο του. Βγαίνει έξω, τον βλέπει η μικρή Αννούλα και τον ρωτάει:
– Εσύ Τοτέ τι ντύθηκες;
Και εκείνος απαντάει:
– Φώσκολος.



– Οι βαθμοί...
Γυρνάει ο Γιαννάκης από το σχολείο και τον ρωτάει ο πατέρας του:
– Λοιπόν; Σήμερα δεν θα παίρνατε βαθμούς; Πού είναι ο έλεχγός σου;
– Θα στον φέρω αύριο. Σήμερα τον δάνεισα στην Μαίρη.
– Στην Μαίρη; Αυτή δεν είναι η πρώτη στην τάξη;
– Ναί.
– Και τι τον ήθελε τον έλεγχό σου;
– Ήθελε να κάνει πλάκα στους γονείς της!



– Οι τρόποι...
Ήταν ο Τοτός στο σπίτι του και έκανε μπανιστήρι τους γονείς του που ετοιμαζόντουσαν να κάνουν μπάνιο εκείνη τη στιγμή.
Βλέπει λοιπόν τον πατέρα του να ανοίγει το μπουρνούζι του λέγοντας στη μάνα του:
– Πάρε μου μια πίπα!
Αμέσως μετά ο Τοτός ακούει την αδερφή του να πλησιάζει και έτσι εγκαταλείπει την κλειδαρότρυπα. Την επόμενη μέρα βλέπει, εντελώς τυχαία, πάνω στο γραφείο του πατέρα του μία πίπα. Πηγαίνει λοιπόν και ο Τοτός γεμάτος χαρά στη μάνα του φορώντας ένα μπουρνούζι, το ανοίγει και λέει:
– Μαμά, πάρε μου ένα ποδήλατο.



– Το χαμένο πεντάευρω...
– Μπαμπά, βρήκα ένα χαμένο πεντά–ευρω στο δρόμο.
– Και πού ξέρεις παιδί μου ότι το πεντά–ευρω είναι χαμένο;
– Το ξέρω μπαμπά! Το έψαχνε μια κυρία.



– Πίνκ, γκρίν, γέλλοου...
Στη τάξη του Τοτού έχουν μάθει στα αγγλικά το γέλοου, πίνκ και γκρίν. Η δασκάλα ζητάει από τα παιδιά να πουν ένα παράδειγμα. Ξεκινάει η Ελενίτσα:
– Μιά μέρα πήγαμε με τους γονείς μου εκδρομή και εγώ φόρεσα το πίνκ φόρεμα. Η φύση ήταν πολύ όμορφη και το χορταράκι γκρίν, είδα και κάτι λουλουδάκια όμορφα που ήταν γέλοου.
Η δασκάλα της είπε ένα μεγάλο μπράβο. Ήρθε και η σειρά του Τοτού:
– Μιά μέρα καθόμουν στο σπίτι και χτύπησε το τηλέφωνο (γκρην–γκρην) . Έτρεξα και το σήκωσα και ήταν ο θείος μου από την Αμερική, (γέλλοου) μου είπε. Aφού μιλήσαμε για λίγο κόπηκε απότομα η γραμμή (πινκ).



– Εκβιασμός...
Πάει ο Τοτός στη μητέρα του:
– Μαμά, δώσε μου 10 ευρώ.
– Με τίποτα, του απαντάει.
– Καλά, τότε δέ θα σου πώ τι είπε ο μπαμπάς στην καθαρίστρια.
Τότε τρέχει η μαμά και αφήνει 10 ευρώ πάνω στην τσάντα του.
– Ωραία, λέγε τώρα τι της είπε.
– Ρε Σούλα, σιδέρωσε το πουκάμισό μου!



– Το βιάγκρα του παππού...
Μια μέρα πάει ο παππούς στον Τοτό και του λέει.
– Τοτέ παιδί μου, θέλω να μου φέρεις ένα βιάγκρα για να κάνω έρωτα με την γιαγιά και θα σου δώσω 10 ευρώ.
Ο Τοτός λοιπόν συμφώνησε και πήγε και του έφερε το βιάγκρα.
Tην άλλη μέρα πάει ο Τοτός να πάρει τα 10 ευρώ από τον μπούφε που τα είχε αφήσει ο παππούς και έκπληκτος είδε 60 ευρώ. Πάει στον παππού λοιπόν και τον ρωτάει:
– Ρε παππού εσύ είπες ότι θα μου δώσεις 10 ευρώ και εγώ βρήκα 60 ευρώ.
– Α, λέει ο παππούς, τα 10 ευρώ είναι από μένα και τα υπόλοιπα από την γιαγιά.



– Πάλι καλά...
Ο Τοτός λέει στον καινούργιο μαθητή του σχολείου:
– Ο καινούργιος διευθυντής δεν σου την δίνει στα νεύρα;
Και το καινούργιο παιδί λέει:
– Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο γιος του.
Και ο Τοτός:
– Εσύ ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
– Όχι.
– Πάλι καλά...



– Το μπαλάκι...
Το παιδάκι με τη μαμά του, μόλις μπαίνουν στο λεωφορείο, μετά από αναμονή κάποιων λεπτών, το παιδάκι αρχίζει να γκρινιάζει και και να φωνάζει επίμονα:
– Το μπαλάκι μου, το μπαλάκι μου, που είναι το μπαλάκι μου, θέλω το μπαλάκι μου.
Αφού έγινε ανυπόφορος στους άλλους από τη γκρίνια, αποφάσισε τελικά ο οδηγός να σταματήσει το λεωφορείο για να αρχίσουν όλοι οι επιβάτες να ψάχνουν το μπαλάκι του μικρού.
Τελικά μετά απο αρκετό ψάξιμο έγινε κατανοητό στον μικρό, πως δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί.
Του λέει ο οδηγός λοιπόν, μικρέ μου, ψάξαμε όλοι, αλλά δυστυχώς δεν το βρήκαμε.
Και ο μικρός τότε βάζοντας το δάχτυλο του χεριού του στη μύτη του, λέει: – Μμμ... καααλά, τότε θα φτιάξω άλλο...



– Ο Τοτός στη βροχή...
Λέει στο Τοτό η μητέρα του:
– Τοτό, έλα μέσα γιατί βρέχει!
Και ο Τοτός απαντάει:
– Γιατί έξω τι κάνει;



– H αριθμητική...
Η μικρή δεν τα πάει καλά με την αριθμητική και η μάνα της αναλαμβάνει να τη βοηθήσει:
– Ας πούμε ότι είσαι μανάβισσα κι εγώ πελάτισσα. Αγοράζω ένα κιλό πατάτες που κάνουν 1 ευρώ κι ένα κιλό ντομάτες που κάνουν 2 ευρώ το κιλό. Πόσα πρέπει να σου δώσω;
Κι η μικρή σαστισμένη απαντά:
– Δεν πειράζει, με πληρώνετε αύριο...



– Τα παιδιά...
Τα παιδιά ρωτούν τoν πατέρα:
– Πατέρα, θα μας πάς στο τσίρκο;
– Όχι.
Την άλλη μέρα ξανά ρωτούν:
– Πατέρα, θα μας πάς στο τσίρκο;
– Όχι, οποίος θέλει, να έρθει να σας δεί εδώ!



– Το μεγάλο ψέμα...
Μια μέρα, ένας δάσκαλος είδε μερικά παιδιά να κάθονται γύρω γύρω από ένα σκύλο. Τα ρωτάει λοιπόν, για ποιόν λόγο είχαν μαζευτεί όλοι εκεί. Ένα από τα παιδιά, του απαντάει:
– Αγώνας ψέματος. Όποιος πεί το μεγαλύτερο ψέμα, θα τον πάρει σπίτι του.
Και ο δάσκαλος τους λέει:
– Όταν ήμουν στην ηλικία σας, δεν έλεγα ποτέ ψέματα.
Εκείνη τη στιγμή, σηκώνετε ένα από τα παιδιά και λέει:
– Κέρδισε με την αξία του.



– Πάρτε με κι εμένα...
Μια μέρα ο Τοτός πάει στο σχολείο με το ένα μάτι μαυρισμένο. Τον βλέπει η δασκάλα και τον ρωτάει αν τσακώθηκε με κανέναν.
– Με έδειρε ο μπαμπάς μου, απαντάει ο Τοτός. Χθες βράδυ με ρώτησε αν είχα κοιμηθεί και εγώ του είπα «Οχι», έτσι ήρθε και με έδειρε.
– Λοιπόν, λέει η δασκάλα, σήμερα το βράδυ αν θα σε ξαναρωτήσει αν είσαι ξύπνιος δεν θα απαντήσεις, δεν θα πεις κουβέντα.
Την άλλη μέρα πάει ο Τοτός στο σχολείο μελανιασμένος από το ξύλο και τον ρωτάει ξανά η δασκάλα αν έκανε αυτό που του είπε.
– Νά, λέει ο Τοτός, χθές το βράδυ που πήγα να κοιμηθώ, με ρωτάει ο μπαμπάς μου «Τοτέ... κοιμήθηκες;» και εγώ δεν απάντησα.
Μετά από κάποιες ώρες ακούω την μαμά μου να φωνάζει «Πάρε με, ναι, πάρε με!» κι εγώ πετάχτηκα από το κρεβάτι μου και λέω «εεε που πάτε; Πάρτε με κι εμένα μαζί σας.»



– Το καρότσι...
Το αγοράκι έσπρωχνε με πόλυ κόπο στον ανήφορο ένα πολύ βαρύ καρότσι. Η δουλειά ήταν πολύ κουραστική γι` αυτό ένας περαστικός το λυπήθηκε και το βοήθησε να ανεβάσει το καρότσι μέχρι το τέρμα της ανηφοριάς. Εκεί σταμάτησε αγανακτισμένος και είπε στον μικρό:
– Δεν λες στα αφεντικά σου ότι είναι ντροπή να σε βάζουν να κάνεις τέτοιες δουλειές;
– Τους το είπα, απάντησε ο μικρός.
– Και λοιπόν;
– Τράβα μικρέ και θα βρεθεί κάποιο κορόϊδο να σε βοηθήσει, μου είπαν.



– Ο ρόλος του Πιλάτου...
– Μαμά, τώρα το Πάσχα ετοιμάζουμε να παίξουμε στο σχολείο ένα έργο και μου έδωσαν το ρόλο του Πιλάτου.
– Επιτέλους θα πλύνεις και καμμιά φορά τα χέρια σου.



– O Tοτός και το Νουνού...
Κάποτε η μαμά του Τοτού τον έστειλε να αγοράσει τρία γάλατα Νουνού. Φτάνει ο Τοτός στο Σούπερ Μάρκετ και βλέπει μια αφίσα που λέει:
– Γάλατα υπάρχουν πολλά, Νουνού όμως ένα.
Ο Τοτός γυρνάει σπίτι του χωρίς να αγοράσει γάλα. Τον ρωτάει η μαμά του:
– Πού είναι Τοτέ τα γάλατα;
– Μα μαμά έξω από το Σούπερ Μάρκετ υπήρχε μια αφίσα που έλεγε:
«Γάλατα υπάρχουν πολλά, Νουνού όμως ένα.»



– Η ωραία και το ανέκδοτο...
Ρωτάει ο Τοτός τον έμπειρο πατέρα του τι κοινό έχει μια πάρα πολύ όμορφη γκόμενα κι ένα ανέκδοτο. Ο πατέρας του απεγνωσμένα ψάχνει να βρει απάντηση και αφοπλιστικά ο Τοτός του λέει:
– Και τα δύο για να τα ευχαριστηθείς πρέπει να τα πιάσεις.



– Η έκθεση του πατέρα...
Ο δάσκαλος μαλώνει ένα μαθητή για την έκθεσή του.
– Δεν ντρέπεσαι; Τι έκθεση είναι αυτή; Σύνθεση κακή, κείμενο γεμάτο λάθη, γράψιμο ελεεινό. Θα τη δείξω στον μπαμπά σου...
– Καλά θα του κάνετε, γιατί εκείνος την έγραψε!... Δεν μπορώ να τα ακούω εγώ μια ζωή.



– Το παγωτό βατόμουρο...
Πάει ο Τοτός σε ένα ζαχαροπλαστείο και ζητάει να μάθει αν έχουν παγωτό βατόμουρο. Ο ζαχαροπλάστης του λέει πως δεν έχει, αλλά ο Τοτός για τις επόμενες μέρες πηγαίνει συνέχεια στο ίδιο ζαχαροπλαστείο και ζητάει να μάθει αν έχει παγωτό βατόμουρο.
Έτσι λοιπόν αφού ο ζαχαροπλάστης δεν θέλει να τον χάσει από πελάτη παραγγέλνει να του φέρουν πέντε κιλά παγωτό βατόμουρο. Την άλλη μέρα ο Τοτός ξαναπάει στο ζαχαροπλαστείο και λέει:
– Έχετε παγωτό βατόμουρο;
– Ναί, απαντάει ο ζαχαροπλάστης
– Αηδία δεν είναι;



– Η παροιμία του Τοτού...
Ήταν κάποτε σε ένα σχολείο ο Τοτός και οι συμμαθητές του. Μια μέρα τους λέει η δασκάλα:
– Παιδιά, σήμερα θα μάθουμε την παντομίμα... Θα σηκωθεί ο καθένας σας και θα μας πει ένα ανέκδοτο, μια παροιμία με τη γλώσσα του σώματος.
Σηκώνονται όλα τα παιδιά και κάνουν κάτι. Στο τέλος, λέει κι ο Τοτός:
– Κυρία, κυρία. Να πώ κι εγώ μία;
– Ναί Τοτό, πες μας!
Σηκώνεται ο Τοτός, παίρνει μια μασημένη τσίχλα και την πετάει στο ταβάνι. Κολάει αυτή.
Ύστερα, παίρνει ένα δεκάρικο και το πετάει στην τσίχλα. Μένει πάνω το δεκάρικο. Μετά, απλώνει το δεξί του χέρι και με το άλλο πιάνει τ`αρχίδια του.
Η δασκάλα του λέει τρομαγμένη:
– Τοτό, τι πράματα είναι αυτά;
Παροιμία, κυρία, λέει ο Τοτός...
– Κάλιο τρία και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρι.



– Το κουλούρι...
Στην άκρη μιας παραλίας ένας ψαράς είναι έτοιμος να φύγει με τη βάρκα του. Εκείνη την στιγμή περνάει ένα κοριτσάκι και του λέει:
– Θα με πάρεις μαζί σου;
– Εντάξει, λέει ο ψαράς και την παίρνει μαζί του.
Την επομένη μέρα, συνέλλαβαν τον ψαρά για αποπλάνηση ανηλίκου. Οδηγείται στο δικαστήριο και ο πρόεδρος του δικαστηρίου του λέει:
– Καλά, δεν ντρέπεσαι να αποπλανήσεις ένα τόσο μικρό κοριτσάκι;
– Μισό λεπτό κύριε πρόεδρε να σας εξηγήσω τι ακριβώς έγινε. Πριν ξεκινήσουμε, περνάει ένας κουλουράς. Την ρωτάω, θέλεις ένα κουλούρι;
– Όχι, μου λέει αυτή.
Ξεκινήσαμε λοιπόν και μόλις φτάσαμε καμιά 500 μέτρα από την ακτή, τί γυρνάει και μου λέει κύριε πρόεδρε;
– Θέλω κουλούρι...
Το γαμάς κύριε πρόεδρε ή δεν το γαμάς; του λέει ο ψαράς.



– Το Στραγαλάκι...
Ήταν ο Τοτός με άλλα 2 παιδιά μέσα στο γραφείο του διευθυντή στο σχολείο. Λέει ο διευθυντής:
– Τι έκανες εσύ Γιώργο;
– Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
– Δύο μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
– Τι έκανες εσύ Κώστα;
– Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
– Τρείς μέρες αποβολή, λέει ο διευθυντής.
– Τι έκανες εσύ Τοτέ;
– Πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο, λέει αυτός.
– Πήγαινε αμέσως στην τάξη, του λέει.
Την άλλη μέρα ήταν πάλι στο γραφείο ο Τότος με αλλά 2 παιδιά. Λέει ο διευθυντής:
– Τι έκανες εσύ Γιώργο;
– Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
– Δύο μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
– Τι έκανες εσύ Κώστα;
– Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
– Τρείς μέρες αποβολή, λέει ο διευθυντής
– Τι έκανες εσύ Τοτέ;
– Πέταξα το στραγαλάκι στο τοίχο, λέει αυτός.
– Πήγαινε αμέσως στην τάξη, του λέει.
Την άλλη μέρα πάλι ο Τοτός με 2 παιδιά στο γραφείο και ένα παιδί που ήταν με όλο του το σώμα στο γύψο. Ρωτάει ο διευθυντής:
– Τι έκανες εσύ Γιώργο;
– Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
– Δύο μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
– Τι έκανες εσύ Κώστα;
– Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
– Τρείς μέρες αποβολή, λέει ο διευθυντής.
– Εσύ τι έκανες Τοτέ;
– Πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο κύριε, λέει αυτός.
Και ποιος είναι αυτός που έφερες μαζί σου Τοτέ; ρωτάει ο διευθυντής.
Ο Στραγαλάκης κύριε!



– Είναι πλαστό...
Δύο κοριτσάκια γυρνούν από το σχολείο και όπως περπατούσαν λέει η μία:
– Κοίτα ένα 20–ευρω!
Το βλέπει η άλλη καλά καλά και μετά το σκίζει! Η φίλη της, την ρωτά:
– Γιατί το έσκισες;
– Ήταν πλαστό.
– Και που το κατάλαβες;
– Έχεις δει ποτέ 20–ευρω με τρία μηδενικά;



– Γνώση...
Ο μικρός Κωστάκης γυρνάει την πρώτη μέρα από το σχολείο.
– Σας έμαθαν τίποτα παιδί μου σήμερα; τον ρωτάει η μητέρα του.
– Τίποτα. Αφού, να φανταστείς, πρέπει να πάω κι αύριο!



– Το ξύλο του Τοτού...
Ο Τοτός γυρνάει από το σχολείο
Μαμά: Τοτό έλα να φάς!
Τοτός: Έφαγα μαμά.
Μαμά: Τι έφαγες αγόρι μου;
Τοτός: Ξύλο από τον δάσκαλο.



– Ο επιθεωρητής...
Μια μέρα πάει ο επιθεωρητής στο σχολείο του Τοτού. Λέει λοιπόν η δασκάλα:
– Παιδιά θα σας λέω εγώ ένα γράμμα και εσείς θα μου λέτε λέξεις που ξεκινούν από αυτό.
– Εντάξει, λένε τα παιδιά.
– «Μ», λέει η δασκάλα και πετάγεται αμέσως ο Τοτός.
– Κυρία, κύρια, να πω, να πω !
Σκέφτεται η δασκάλα οτι αν σηκώσει τον Τοτό θα την κάνει ρεζίλι.
– Για πές μας Μαιρούλα.
– Μήλο!
– Μπράβο Μαιρούλα! Τώρα από «Π».
– Κυρία, κυρία, να πω, να πω, να πω! λέει ο Τοτός. Αλλά η δασκάλα δεν τον σηκώνει γιατί ξέρει ότι θα πει βρωμόλογα.
– Για πές μας Γιαννάκη.
– Παπούτσι! λέει ο Γιαννάκης με χαρά.
– Μπράβο! λέει η δασκάλα και συνεχίζει να λέει γράμματα με τον Τοτό να φωνάζει για να πεί μια λέξη και την δασκάλα να μην του δίνει το λόγο.
Κάποια στιγμή ρωτάει η δασκάλα το γράμμα «Φ». Ησυχία μέσα στην τάξη. Κανείς δεν ήξερε εκτός από τον Τοτό ο οποίος είχε καβαλήσει το θρανίο του φωνάζοντας για να πει. Η δασκάλα σκέφτεται ότι δεν υπάρχει καμιά κακιά λέξη από «Φ» και έτσι του δίνει το λόγο:
– Για πές Τοτέ, λέει η δασκάλα.
– Φούτσος! λέει με χαρά ο Τοτός.
– Φούτσος; Τι φούτσος; Δεν υπάρχει τέτοια λέξη βρε Τοτέ! λέει η δασκάλα.
Και ο Τοτός με υπερηφάνεια:
– Υφάρχει, Υφάρχει!



– Ερώτηση μαθηματικών...
Δάσκαλος: Για πες μου Γιώργο, πόσο κάνει 8–8;
Γιώργος: Δεν ξέρω κύριε.
Δάσκαλος: Για σκέψου λίγο. Aν έχω 8 κεράσια και φάω και τα 8 τι θα μου μείνουν;
Γιώργος: Τα κουκούτσια κύριε!



– Πώς έρχονται τα παίδια στον κόσμο...
Ο Κωστάκης στο μπαμπά του:
– Μπαμπά, πώς ήρθα εγώ στον κόσμο;
– Ο πελαργός σε έφερε παιδί μου.
– Και η Κατερινούλα στον επάνω όροφο πώς ήρθε στον κόσμο;
– Και αυτήν ο πελαργός την έφερε αγόρι μου.
– Και ο Γιαννάκης στον πρώτο;
– Και αυτόν ο πελαργός τον έφερε παιδί μου.
– Μα καλά ρε μπαμπά, κανένας δε γαμάει σ` αυτή την πολυκατοικία;



– Η λάμπα του Τοτού...
Ήταν ο Τοτός στο σχολείο και η δασκάλα του, λέει στα παιδιά:
– Να φέρεται αύριο κάτι που να τρώγετε.
Πάνε τα παιδιά κανονικά σχολείο την άλλη μέρα και λέει η δασκάλα:
– Για να δω τη φέρατε παιδιά;
Όλα τα παιδια φέρανε κανονικά τρόφιμα και ο τοτός είχε φέρει μια λάμπα και λέει η δασκάλα:
– Τι είναι αυτό Τοτέ; εγώ είπα να φέρετε κάτι που να τρώγεται και λέει ο Τοτός,
– Μα εγώ κυρία άκουσα τον πατέρα μου να λέει στην μάνα μου σβήσε την λάμπα και έλα να την φάς.



– Ο Μπόμπος και ο ταχυδρόμος...
Χτυπάει ο ταχυδρόμος το κουδούνι στο σπίτι του Μπόμπου και ανήγει ο Μπόμπος, κρατώντας μια μπύρα και καπνίζοντας ένα πούρο. Ακολουθεί ο εξής διάλογος:
Ταχ: Είναι εδώ η μαμά σου;
Μπόμπος: Τρελός είσαι;



– Ο επιθεωρητής και ο Τοτός...
Μια φορά στο σχολείο του Τοτού πήρε τηλέφωνο ο επιθεωρητής και είπε πως θα επισκεφθεί το σχολείο. Η δασκάλα του Τοτού θέλοντας να εντυπωσιάσει στοίχισε τα θρανία της τάξης αλλά στο τέλος περίσσεψε ένα. Έτσι έβαλε σε αυτό το θρανίο τον Τοτό. Την επόμενη μέρα ήρθε ο επιθεωρητής και μπήκε στην τάξη του Τοτού. Είπε στα παιδιά πως θα τους βάλει να λύσουν ένα πρόβλημα και αν το λύσουν θα πάνε σπίτια τους. Αρχίζει και λέει:
– Το 1918 έγινε ένας σεισμός 5,9 Ρήχτερ, έπεσαν 120 σπίτια, σκοτώθηκαν 18 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 96. Πόσο χρονών είμαι;
Λοιπόν, οι καλοί μαθητές άρχισαν να λογαριάζουν ενώ ο Τοτός σήκωσε απ` την αρχή το χέρι του. Η δασκάλα του έλεγε με νοήματα να κατεβάσει το χέρι του γιατί νόμιζε ότι θα πει καμιά μαλακία ως συνήθως. Όμως ο Τοτός εξακολουθούσε να σηκώνει το χέρι του. Τελικά ο επιθεωρητής του είπε να πεί αφού κανείς άλλος δε σήκωνε το χέρι του.
– Πόσο χρονών είμαι; ρώτησε ο επιθεωρητής.
– 40, απάντησε ο Τοτός.
– Μπράβο, πως το βρήκες;
– Γιατί έχω ένα φίλο που είναι 20 και λέει τις μισές μαλακίες απ` ότι λες εσύ.



– Τα βουνά και οι εκπλήξεις τους...
Έβαλε η δασκάλα σ` όλους τους μαθητές της, να της πουν μία ιστορία που να σχετίζεται με τα βουνά. Σιγά–σιγά, είπαν όλα τα παιδιά τη δική τους ιστορία και ήρθε και η σειρά του Τοτού. Λέει λοιπόν:
– Τα βουνά είναι όμορφα. Υπάρχουν ψηλά και χαμηλά. Σ΄ ένα ψηλό βουνό, έχει τη μάντρα του ο παππούς μου. Μέσα σ` αυτή, έχει έναν ταύρο και δύο αγελάδες. Μία μαύρη και μία άσπρη. Μια μέρα, ο ταύρος γάμησε την άσπρη αγελάδα...
– Μη λες τέτοιες άτακτες λέξεις. Καλύτερα να πεις, ότι ο ταύρος έκανε μία έκπληξη στην άσπρη αγελάδα. Εντάξει;
– Εντάξει.
Την επόμενη μέρα, επισκέφτηκε το σχολείο ένας επιθεωρητής και έτσι η δασκάλα έβαλε τους μαθητές να πούν ξανά την ιστορία για τα βουνά.
Ο Τοτός σήκωνε επίμονα το χέρι του, για να πει την ιστορία του, αλλά επειδή η δασκάλα φοβόταν τι θα έλεγε, δεν του έδινε το λόγο. Μετά από αρκετή ώρα, και ενώ ο Τοτός επέμενε, ο επιθεωρητής πήρε πρωτοβουλία και έβαλε ο ίδιος τον Τοτό. Ο Τοτός άρχισε την ιστορία του:
– Τα βουνά είναι όμορφα. Υπάρχουν ψηλά και χαμηλά. Σ` ένα ψηλό βουνό έχει την μάντρα του ο παππούς μου. Μέσα σ` αυτή, έχει ένα ταύρο και δύο αγελάδες. Μία μαύρη και μία άσπρη...
Η δασκάλα άρχισε να κοκκινίζει και να τρέμει, καθώς ο Τοτός συνέχιζε.
– ...μια μέρα, ο ταύρος έκανε μία έκπληξη στην άσπρη αγελάδα...
Η δασκάλα αμέσως ανακουφίστηκε, αλλά ο Τοτός συμπλήρωσε:
– ...γάμησε τη μαύρη αγελάδα!



– Ο Τοτός και το ψάρεμα...
Η μητέρα του Τοτού συμβουλεύει το γιό της:
– Τοτέ, για να πετύχεις στη ζωή σου πρέπει να έχεις υπομονή και επιμονή. Βλέπεις, για παράδειγμα, εκείνον το ψαρά που κάθεται τόσο υπομονετικά και ψαρεύει εδώ και ώρες για να βγάλει το ψωμί του;
– Σοβαρά μαμά; Από πότε άρχισε να βγάζει ψωμιά η θάλασσα;



– Ο Παλιός...
Μια μέρα ξεκίνησε ο μπαμπάς χελώνος, η μαμά χελώνα και το χελωνάκι να πάνε για ένα πικ–νικ σε μια απόσταση ενός χιλιομέτρου. Αφού λοιπόν για να φτάσουν στον προορισμό τους πέρασαν δέκα χρόνια κάθισαν να φάνε. Εκεί που άνοιξε η μαμά χελώνα το μπώλ με τα κεφτεδάκια είδε ότι ξέχασε να πάρει κοντά της το νερό, το λέει στο μπαμπά χελώνο και αποφασίζουν να στείλουν το μικρό χελωνάκι να φέρει από το σπίτι το νερό. Αφού ξεκίνησε το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει το νερό, τους λέει:
– Εγώ θα πάω αλλά εάν βάλει κανένας χέρι στα κεφτεδάκια, δεν πάω.
Μετά από εικοσιδύο χρόνια δεν φάνηκε το μικρό χελωνάκι, κι ο πατέρας χελώνος λέει:
– Εγώ αρχίζω να τρώω γιατί με έχει κόψει η πείνα.
Τότε η μαμά χελώνα άρχισε να φέρνει αντιρρήσεις, αλλά με λίγη δυσκολία ο χελώνος κατάφερε να πείσει τη μαμά χελώνα.
Σε κάποια στιγμή αφού είχαν φάει από πέντε κεφτεδάκια ο καθένας, πετάγετε πίσω από κάτι θάμνους το μικρό χελωνάκι και τους λέει:
– Έτσι είστε ε; Τρώτε τα κεφτεδάκια. Δεν πάω για νερό.



– Το πηγάδι...
Ένας πιτσιρίκος στέκεται πάνω από ένα πηγάδι και φωνάζει:
– Ετά, ετά, ετά...
Ένας περαστικός στέκεται παραξενεμένος και τον κοιτάει.
– Τι έπαθες, αγόρι μου; τον ρωτάει.
– Ετά, ετά, ετά, απαντάει αυτός.
Κάτι θα του `πεσε μέσα, σκέφτεται αυτός και σκύβει να δει. Δίνει μία ο πιτσιρίκος, τον ρίχνει μέσα στο πηγάδι και φωνάζει:
– Οτώ, οτώ, οτώ...



– Το πρόστυχο μυαλό...
Σ` ένα σχολείο στην έκτη τάξη του δημοτικού, η δασκάλα ρωτάει:
– Ποιο μέρος του σώματός μας όταν ερεθίζεται μπορεί να μεγαλώσει μέχρι και δέκα φορές το μέγεθός του;
Η μικρή Αννούλα σηκώνεται και λέει:
– Μα τι σόι δασκάλα είστε εσείς; Να κάνετε σε μικρά παιδιά τέτοια ερώτηση; Θα το πώ στους γονείς μου και στο διευθυντή και θα απολυθείτε! Η δασκάλα αγνοεί τη μικρή Αννούλα και ξανακάνει την ερώτηση. Ο Γιαννάκης σηκώνει το χέρι του και λέει:
– Η κόρη του ματιού.
– Πολύ σωστά, Γιαννάκη, λέει η δασκάλα.
– Γυρνάει τότε στην Αννούλα και της λέει:
– Έχω τρία πράγματα να σου πω Αννούλα. 1ον, έχεις πολύ βρώμικο μυαλό. 2ον, δε διάβασες το μάθημά σου, και 3ον, όταν μεγαλώσεις θα πάρεις μια πολύ μεγάλη απογοήτευση.



– Το δωράκι...
Ενθουσιασμένος ο πατέρας που ο γιός του πέρασε το πανεπιστήμιο λέει:
– Γιέ μου τώρα που πέρασες στο πανεπιστήμιο, τι δώρο θες να σου κάνω;
– Τίποτα το σπουδαίο, λέει και ο γιός, ένα ραδιοκασετόφωνο.
Εντάξει φθηνά τη γλυτώσαμε, σκέφτηκε ο πατέρας.
Και ο γιός συμπληρώνει:
– Μόνο που πρέπει να έχει ένα κάμπριο αμάξι γύρω του.



– Ο μαφιόζος...
Λέει το παιδί στον Πατέρα του :
– Μπαμπά, μπαμπά στο σχολείο, με φωνάζουν μαφιόζο.
– Καλά, θα περάσω να το κανονίσω.
– Ωραία, κοίτα να φανεί σαν ατύχημα ε;





Ευ Ζήν
Προτιμάμε βιολογικά γιατί προτατεύουμε την υγεία μας
απο φυτοφάρμακα, ζιζανιοκτόνα, μεταλλαγμένα κ.α..
Ντοκιμαντέρ
► Πατήστε για προβολή
Ελντοράντο – Ο αγώνας για τις Σκουριές
Τοιχογραφία
Πάς μασώνος βάρβαρος.